για τον απατό μου...

αλλοτινά

νεότερα πράματα

υπό έκδοση

links

Κρητικό - Ελληνικό Λεξικό

πέψε μου ένα μηνυμα-τάτsι

Κρητικό - Ελληνικό Λεξικό

(για να μας εκαταλάβουνε οι βλάχοι τσαί τα εκτός Κρήτης Κρητικάτσια)

αίγα = κατσίκα
αλλοτινά = παλαιών ημερών γεγονότα
αλαλιασμένος = ξετρελαμένος
αμανίτης = μανιτάρι
ανεμαζώνω = περισυλλέγω (από παντού χωρίς διακρίσεις)
ανιμένω = περιμένω
αμπλά = αδελφή (η κανονική , δηλ. η εξ αίματος )
απατός = εαυτός
αραμπάς = κάρο
ασκιανός = σκιά, ίσκιος
αφρουκούμαι = ακούω με προσοχή
αυχαρίστητος = αυτός που δεν ευχαριστιέται εύκολα
άχνα = σιωπή (τσιμουδιά)
αχύρι ή αχούρι = σταύλος (π.χ. το δωμάτιο ενός εφήβου)

βάγκα = χαντάκι ή μεγάλο αυλάκι
βαρμένος = τοποθετημένος
βεντέμα = σοδειά
βερεσέδι = υπολειπόμενο απλήρωτο ποσό
βούι = βόδι (μεταφορικά : χοντροκομένος ή ατσούμπαλος)
βράκα = τμήμα κρητικής φορεσιάς αντί το παντελόνι

γιαγιέρνω = επιστρέφω κάτι
γιάντα = γιατί
γίβεντα =αίσχη , ντροπές
γουλίδι = μικρό κομμάτι (συνήθως για κρέας)
γροικώ = ακούω

δέτης = ο γκρεμός
διαρμίζω = τακτοποιώ, συγυρίζω

εβάρηκα = χτύπησα
εκειανέ = εκείνα
εκειέ = εκεί
εμπάτε = μπείτε
επαέ = εδώ
έρμος = έρημος
έτσα = έτσι, μ΄αυτόν τον τρόπο
έχη = πλούτη

ζαβός = αυτός που έχει κάποια αναπηρία
ζάλο = βήμα
ζόρε = δυσκολία
ζορίζομαι =δυσκολεύομαι
ζήση = η ζωή
ζερβά = αριστερά
ζεβλωμένος = λυγισμένος
ζαμάνια = πολύς καιρός

ήντα = τι

θές = θέλεις
θροφανός = καλοαναθρεμμένος
θωρώ = βλέπω

κακοβάνω = σκέπτομαι - υποψιάζομαι κάτι κακό
καμπανός = ζυγαριά
κατάκοιτος = άρρωστος που βρίσκεται στο κρεβάτι , κλινήρης
κάτης = γάτος
κατσούνα = μπαστούνι
καωμένος = ώριμος, μεστός, γινωμένος
κιαμέ = ναι βέβαια
κιαμιά = καμιά
κλουθώ = ακολουθώ
κύρης = ο κύριος, ο αφέντης, ο σύζυγος

λαλώ = οδηγώ/ κάνω τα ζώα να περπατούν
λιμπίζομαι = λαχταρώ, επιθυμώ

μαθές = βέβαια, ασφαλώς
μαγαρισές = ακαθαρσίες
μανίζω = οργίζομαι, θυμώνω
μαχαλάς = γειτονιά, συνοικία
μιστό = αγαθοεργία
μούρη = πρόσωπο, μούτρο
μουρντάρης = αυτός που κυνηγάει ερωτικά γυναίκες
μόστρα = βιτρίνα
μουσαφίρης = φιλοξενούμενος
μπάντα = άκρη
μπαλωθιά = πυροβολισμός
μπερμπαντιά = πονηριά, ασωτία
μπίτι = εντελώς
μπρέ = βρε

νταγιαντώ = υπομένω
ντάκος = παξιμάδι
ντελικανής = νέος
ντελόγο = αμέσως
ντρέτα = ίσια

'ξά σου = εξουσία σου, κάνε όπως νομίζεις
ξαμώνω = σημαδεύω
ξανοίγω = κοιτάζω
ξεστελιωμένος = αποσυναρμολογημένος
ξετρέχω = κυνηγώ, πασχίζω να γίνει κάτι
ξεφάντωμα = γλέντι, διασκέδαση
ξυπάζω = τρομάζω

όξω = έξω
οφτός = ψημένος
οψάργας = χθές βράδυ

παζάρι = υπαίθρια αγορά
παζαρεύω = διαπραγματεύομαι
παστρικός = καθαρός, τίμιος
πατουχιά =πατημασιά
ποθές = πουθενά
πομένω = υπομένω
πόρτεγο = δωμάτιο εισόδου-υποδοχής κρητικού σπιτιού
ποτρώγω = τελειώνω το φαγητό μου
πράμα = πράγμα (ουσιαστικό) ή τίποτα (επίρρημα)
πρήσκομαι = φουσκώνω

ρακί = τσικουδιά, κρητικό ποτό
ρακοκατάνυξη = γλέντι όπου πίνεται ρακί
ρίφι = κατσικάκι

σάντολος = νονός
σιμώνω = πλησιάζω, πάω κοντά
σκαλίδα = τσάπα (αγροτικό εργαλείο)
στιβάνια = κρητικές ψηλές μπότες
στουπί = μεθυσμένος
στς' ορισμούς σου = όπως επιθυμείς
συβάζομαι = πείθομαι
σύγκρυο = η ρίγη που νιώθει ο κρυολογημένος
συνορίζομαι = διεκδικώ , απαιτώ
σύντεκνος = έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους ο νονός και ο πατέρας του βαπτισμένου παιδιού
σόπατα = ισόπεδα

ταχινή = πολύ πρωί
τσιγαριστά = τηγανητά
τσιμούλια = είδος χόρτου
τσιφτές = το όπλο του κυνηγού

υστερνά = τα τελευταία

φιλιότσος, φιλιότσα = το παιδί που βαπτίστηκε
φούτερος = διάβολος

χαλέπα = άγονη έκταση συνήθως πλαγιά βουνού
χοχλιός = σαλιγκάρι
χωρατεύω = κάνω αστεία

ψόμα = ψέμα
ψεγαδιάστρα = κουτσομπόλα, αυτή που κατηγορεί
ψιχαλίδα = ψιλή βροχή
ψοματάρης = μεγάλος ψεύτης

για τον απατό μουαλλοτινάνεότερα πράματαυπό έκδοσηlink-άτσιαΚρητικό-Ελληνικό λεξικόπέψε μου ένα μηνυμα-τάτsι
Η κατασκευή και φιλοξενία του δικτυακού μου τόπου είναι μια ευγενική χορηγία της
WISE